αναλογικός

αναλογικός
η , ό[ν]
1) соответственный, аналогичный; 2) соразмерный, пропорциональный;

αναλογικό εκλογικό σύστημα — пропорциональная система голосования;

§ αναλογικά αριθμητικά — количественные числительные


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "αναλογικός" в других словарях:

  • αναλογικός — ή, ό επίρρ. ά 1. αυτός που γίνεται κατά αναλογία προς κάτι: Τα κέρδη μοιράστηκαν αναλογικά προς το κεφάλαιο που καθένας είχε βάλει. 2. αυτός που έχει αναλογία, συμμετρία: Τα μέρη ενός ενιαίου όλου πρέπει να είναι και μεταξύ τους αναλογικά. 3.… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀναλογικώτερον — ἀναλογικός based on mathematical ratios adverbial comp ἀναλογικός based on mathematical ratios masc acc comp sg ἀναλογικός based on mathematical ratios neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναλογικόν — ἀναλογικός based on mathematical ratios masc acc sg ἀναλογικός based on mathematical ratios neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναλογικοί — ἀναλογικός based on mathematical ratios masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναλογικῆς — ἀναλογικός based on mathematical ratios fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναλογικῇ — ἀναλογικός based on mathematical ratios fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναλογική — ἀναλογικός based on mathematical ratios fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναλογικήν — ἀναλογικός based on mathematical ratios fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναλογικῶς — ἀναλογικός based on mathematical ratios adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναλογικῷ — ἀναλογικός based on mathematical ratios masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Analógico — ► adjetivo 1 Análogo, afín, sinónimo. ANTÓNIMO diferente 2 TECNOLOGÍA Se aplica al aparato que tiene un mecanismo configurado por analogía a las leyes matemáticas: ■ se compró un reloj analógico. 3 LINGÜÍSTICA Que sigue el procedimiento de la… …   Enciclopedia Universal


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»